ἔκτρωμα

ἔκ-τρωμα, ατος, τό,= παιδίον νεκρὸν ἄωρον, Hsch.;
A untimely birth, Arist.GA773b18 (pl.), LXX Jb.3.16, al., 1 Ep.Cor.15.8, Ph.1.59; as a term of contempt, Tz.H.5.515.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτρωμα — untimely birth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτρωμα — το (AM ἔκτρωμα) 1. έμβρυο που αποβλήθηκε με έκτρωση, εξάμβλωμα, απόριμμα 2. τέρας ασχήμιας, υπερβολικά άσχημο πράγμα 3. (μτφ. για ανθρώπους) αποκρουστικός, τερατώδης αρχ. πρόωρος τοκετός …   Dictionary of Greek

  • έκτρωμα — το, ατος 1. το έμβρυο που γεννήθηκε με έκτρωση, το απόριγμα. 2. μτφ., τέρας ασχήμιας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκτρωμάτων — ἔκτρωμα untimely birth neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρώμασιν — ἔκτρωμα untimely birth neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρώματα — ἔκτρωμα untimely birth neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρώματι — ἔκτρωμα untimely birth neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρώματος — ἔκτρωμα untimely birth neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκτρωματικός — ή, ό (Μ ἐκτρωματικός, ή, όν) νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο έκτρωμα ή στην έκτρωση, που μοιάζει με έκτρωμα 2. αυτός που προκαλεί αποκρουστική εντύπωση, ο τερατώδης μσν. ο πρόωρα γεννημένος …   Dictionary of Greek

  • εκτρωματικός — ή, ό 1. που ανήκει ή αναφέρεται στο έκτρωμα ή την έκτρωση (βλ. λ.), που μοιάζει με έκτρωμα. 2. μτφ., τερατώδης, αποκρουστικός: Εκτρωματικό πρόσωπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -вергнуть — в отвергнуть, отвергать, извергать, укр. веречи, вергу, вергнути, др. русск. вьргнути бросить , ст. слав. врьгѫ, врѣшти βάλλειν (Супр.), болг. връгам, сербохорв. вр̏ħи, вр̏гне̑м, словен. vreči, чеш. vrhati, слвц. vrhat , польск. wiergnąc… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.